ἐρεθιστής

ἐρεθ-ιστής, οῦ, ,
A rebellious or perverse person, LXXDe.21.18, Ph.1.359, Hsch. s.v. ἔριθος.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερεθιστής — ἐρεθιστής, ὁ (Α) [ερεθίζω] άνθρωπος που ερεθίζει, προκαλεί ταραχή, φαύλος, «αντάρτης», εριστικός («υἱὸς ἀπειθὴς καὶ ἐρεθιστής», Φίλ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐρεθιστής — rebellious masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεθισταί — ἐρεθιστής rebellious masc nom/voc pl ἐρεθιστός easily provoked fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεθιστήν — ἐρεθιστής rebellious masc acc sg (attic epic ionic) ἐρεθιστός easily provoked fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.